Τόση έγνοια για το τοπίο της Μάνης; με ρωτούν κάποιοι… Γιατί αλήθεια;

Με λίγα λόγια

Όταν είσαι ξενιτεμένος από τον τόπο που γεννήθηκες και μεγάλωσες, γι’ αρκετά χρόνια, νοιώθεις κάποια στιγμή νοσταλγία, γι’ αυτόν τον τόπο. Νοιώθεις, πως αν σου δινόταν η ευκαιρία, θα γύρναγες πίσω, εδώ που έκανες τα πρώτα σου βήματα. 

  • Ναι, γύρισα, λες στον εαυτό σου την πρώτη κιόλας στιγμή, που πατάς το ποδάρι σου στην γη των προγόνων σου! Στη γη που πρωτοέκλαψες σαν μωρό, που πρωτοπερπάτησες στα τρόχαλα και στα κοτρώνια της Μάνης. Της δικιάς σου Μάνης! Της Μάνης αυτής που βλέπεις εσύ, με τα δικά σου μάτια! Χωρίς να κοιτάς και να δίνεις σημασία τι λένε και τι κάνουν οι άλλοι!

Η μεγαλύτερη μαγεία, είναι όταν ξυπνήσεις νωρίς το πρωϊ, και ακούσεις την φύση να σου λέει καλημέρα! Υπό τους ήχους των κουδουνιών των ζώων, υπό το κελαϊδισμα των πουλιών, υπό το φύσημα της πρωινής αύρας. Τότε νοιώθεις τον χαμένο χρόνο μακριά της, τον χαμένο χρόνο που δεν αξιοποίησες. Γιατί σε έφαγε η ζήλεια της πρωτεύουσας, η του εξωτερικού. Κι αναρωτιέσαι ” πόσο λάθος έκανα;”! Μα ποτέ δεν είναι αργά!

Μα θα πρέπει να νοιώθεις έρωτα για το τοπίο αυτό! θα πρέπει ανά πάσα στιγμή και ώρα, να τρέχεις την ματιά σου στα γύρω σου, Να μην χορταίνεις, το ρούφηγμα του καθαρού αέρα και την μυρωδιά των λουλουδιών. Μα αλήθεια; έχουμε ποτέ αναλογιστεί τι είναι αυτό το τοπίο, τριγύρω μας; Λέμε την λέξη τοπίο, μα γνωρίζουμε τι κρύβει από πίσω της;

Το Ελληνικό τοπίο

Τόση έγνοια για το τοπίο, θα πουν κάποιοι… Γιατί αλήθεια;

Τι είναι κείνο που κάμει τόσο αναγκαίο και διερευνήσιμο το τοπίο; Όταν, κατά το μάλλον ή ήττον, αποτελεί μια «έννοια», μια «ιδέα», κάτι μη απτό, μη πρακτικό; πούναι έξω από το πεδίο της εφαρμογής του ανθρώπου, παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος συνίσταται εν αυτώ; Χωρίς όμως ν’ αποτελεί το ίδιο, μέρος της πρακτικής του, αλλά αποτέλεσμά της;

Γιατί αυτό που ως αντίληψη προσλαμβάνεται, αξιακά ή ιδεατά, ως άποψη και ως θεώρηση περισσότερο υποκειμενική, παρά αντικειμενική, ν’ αποτελεί το κριτήριο της αξιολόγησης τόπων χαρακτηρίζοντάς τους κι αναλόγως να καθορίζεται η διαχείρισή τους;

Σκέψεις οπωσδήποτε λογικές για κάποιον που δεν είναι θεωρός ή πονητής του τόπου!

 Για κάποιον που δεν τον αισθάνεται και δεν εμβαθύνει, που δε νοιώθει και δε συμμετέχει στο όλον του. Ο άνθρωπος πράττει εννοώντας στο γύρω του, είτε ως ενεργός της πρακτικής, είτε ως νοιωστός στο Είναι και συμμέτοχος στο γίγνεσθαι. Ο απέχων από τον τόπο, που λειτουργεί αποστασιοποιημένα από αυτόν, δεν ημπορεί το πνεύμα και τις αξίες του να νοιώθει, και δεν προσλαμβάνει τη σύνολη εικόνα (οπτική κι εμπειρική) ως παράγωγο διεργασιών που τη συνθέτουν, και δι’ αυτών συγκροτείται το κοινωνικό, περιβαλλοντικό, πολιτιστικό κι αισθητικό γίγνεσθαι μιας ολότητας, ενός ζωντανού περιεχομένου, με δυναμική και συνέχεια.

Στο ελληνικό τοπίο δεν υπάρχουν περιττά,

 παρά μόνο πλέρια, και πρέπει να έχεις σπουδή, την κατάλληλη αίσθηση, τούτα για να τα ιδείς. Πρέπει νάχεις την προετοιμασία για να βγεις στο φως! Γιατί δε θα το αντέξεις, δε θα μπορέσεις το πλούσιο φως στο λιτό στοιχείο του τόπου, το διάχυτο στ’ ολομέτωπό του, που λάμψη ανυπέρβλητη σκορπά και τυφλώνει τον απαίδευτο.       

Δικαιολογείται μετά τούτων η τόση μας έγνοια για το τοπίο,

 και η αναγκαιότητα της «σπουδής του» που ζητούμε. Ακριβώς διότι αφορά στην αντίληψη του τόπου. Και περιλαμβάνει το σύνολο των ζητημάτων του, τα οποία αποδίδονται στο φαϊνόν της ουσίας του κι απαιτείται η εμβάθυνση για να τα εννοήσεις. Η ευθύνη μας συνεπώς για το τοπίο αφορά στην ευθύνη μας για τη γη. Για την ύπαρξή μας στον τόπο, αφού αυτή εμπεριέχεται στο αποδιδόμενο τοπίο ως παράγωγο της ενεργείας μας. Σπουδάζοντας το τοπίο μορφωνόμαστε στα καθ’ ημάς. Και, εφόσον θεωρηθούμε, μπορούμε να θεωρήσουμε τον τόπο, τα έργα και τις πράξεις μας. Και ν’ αναθεωρηθούμε με την εν τω τόπω αυτοκριτική μας σε σχέση με τις πράξεις μας σε αυτόν… 

Αντώνης Καπετάνιος Δασολόγος, Περιβαλον/γος

Το ”Ελληνικό Τοπίο” το βιβλίο του Αντώνη Καπετάνιου

Το παρόν πόνημα αποδίδει την ποίηση της ελληνικής γης! την πόνηση στον τόπο, που τον διαμορφώνει στέργοντάς τον μ’ αισθήσεις κι αξίες! Χωρίς βεβαίως στην ανάλυσή μας ν’ αποφεύγεται η στρεβλή πλευρά του, η ασχημία του, για την οποία ευθύνεται ο κακός διαχειριστής του, ο Έλληνας. Το ελληνικό τοπίο «μιλά» και μας καλεί να το ιδούμε στη βαθύτητά του, στην ουσία του, και να γενούμε στην τέτοια μας εννόηση ποιητές στο βίο μας…

Λόγια δικά μας

Όλα τα παραπάνω, για το ” Ελληνικό τοπίο”, αναφέρονται στην περιγραφή του βιβλίου του Αντώνη Καπετάνιου, δασολόγου, με σπουδή στο φυσικό περιβάλλον, και είναι όλα αυτά που μας κίνησαν το ενδιαφέρον να το πάρουμε και να το διαβάσουμε! Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα, σε όσους είναι ερωτευμένοι με το Ελληνικό τοπίο, σε όσους θέλουν να το ερωτευτούν αλλά δεν ξέρουν τι είναι αυτό, σε όσους προσπαθούν να προσβάλλουν το Ελληνικό τοπίο, μη γνωρίζοντας τι είναι αυτό.  Μπορείτε να το προμηθευτείτε από εδω

Αναφορά στο Μανιάτικο Τοπίο

Μέσα σε όλα που διαβάσαμε, εντοπίσαμε και καταγράψαμε, τις αναφορές του στο Μανιάτικο Τοπίο. Πληροφορίες που δεν γνωρίζαμε, δεν τις διαβάσαμε πουθενά αλλού, δεν μας τις δίδαξε ποτέ κανένα σχολείο, για τον τόπο που ζούμε και θέλουμε να έχουμε! Την δική μας Μάνη.

(…) Η με ανευρετική, ενδοσκοπική −αν θέλετε− ματιά αντίληψη του ελληνικού τοπίου συνθέτει τη σε βάθος θεώρησή του, που δε θα το αδικήσει. Ο συμμέτοχος άνθρωπος θα το αντιληφθεί ως μέρος της ιστορίας του, της βίωσής του, της απόλαυσής του, του κόσμου του ̇ ενός κόσμου της αύρας και της μέθεξης, ενός αξιακού όλου που, αλί, τις περισσότερες φορές αγνοείται, κάτι όμως που είναι κρίσιμο για τη θεώρηση των τόπων και για την πρόσληψή τους!

Ο συγγραφέας Αντρέας Καραντώνης, αναφερόμενος στη Μάνη,

 βλέπει κάτι πιο βαθύ στο τοπίο της κι ανάγει την αισθητική του γυμνού, του λίθινου, του οστεώδους, σε σύμβολο. Λέγει: « Μια και μόνο φιγούρα είναι ολόκληρη η Μάνη. Όποιος την αντικρίσει, έστω και για λίγο, συγκλονίζεται. Η αισθητική του γυμνού, του πέτρινου, του σκληρού, του λιτού, του μοναχιασμένου, φτάνει στο αποκορύφωμα μιας τελειότητας, που πια γίνεται σύμβολο» (Καραντώνης Αντρ., «Ελληνικοί χώροι», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1979, σελ. 583‐584).

Και ο «Οδηγός Ταξιδιώτου»

 του Ελευθερουδάκη βλέπει τη Μάνη διαφορετικά, στην ουσία της, στο βάθος της, σύμφωνα με τη φύση της: «…Η χώρα αυτή, λέγει, διά το άγριον της φύσεως είνε πρωτότυπος, ως τοιαύτη δε επέβαλε χαρακτήρα και ήθη εις τους κατοίκους εντελώς διαφορετικά. Κορυφαί φαλακραί και απότομοι εμβάλλουσιν εις τον θεατήν τρόμον, όν επαυξάνουσιν έτι μάλλον αι ως φωλεαί αετών κατοικίαι των εντοπίων, αίτινες είνε απρόσιτοι τοις πολλοίς (Ελευθερουδάκης, «Ελλάς (Οδηγός Ταξιδιώτου)», β ́ έκδοση, εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης Α.Ε., Αθήνα 1930, σελ. 390).

(…)

Το ελληνικό τοπίο μπορεί να μην «κοιτιέται» στην πρώτη του εντύπωση. Διότι δε λογίζεται στο ολίγο του, στο μικρό του, στο λιτό του, διότι δεν υπολογίζεται στη δύναμή του να πνοεί στην τέτοια του «μικρά» κατάσταση. Και τούτο διότι δεν έχουν αξία το μικρό, το λεπτό κι ολίγο, το λιανό, το θεωρούμενο άγονο, το τρόγυρα τραχύ κι άγριο! Στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ελληνικό τοπίο! Μπρος στο άφθονο, στο ξέχειλο, στο πληθωρικό, στο ιδανικευμένο! Που ως «προσόντα» του τόπου θεωρούνται στο πρότυπο της νεοζωής, αποτελούντα στοιχεία της πλήσμονης ζωής που επιζητείται.

Το ελληνικό τοπίο αγνοείται

 όταν εκτιμάται με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Δεν έχει μπόι, δεν έχει πλούτο «πλούσιο», δεν προκαλεί και δεν εξάπτει. Έχει μύχια ομορφιά κι ενέργεια ξεταστική, πλούτο εσωτερικό και διάπυρο, εκφρασμένο μικρογραφικά! Γι’ αυτό κι είναι ανείδωτος–, έχει αύρα θετική προκύπτουσα από τη γονιμοποιό αρχή της δημιουργίας. Είναι τοπίο διαισθητικό, συνθετότερο του σύνθετου της πλησμονής, καθώς είναι τοπίο της απειροσύνθετης απλότητας. Γιατί το τοπίο το ελληνικό θέλει περπατηξιά και γέψη της γης για να κατανοηθεί! Θέλει σπουδή κι αίσθηση, θέλει πνεύμα, ίδρω κι έγνοια ̇ καθώς, βιωματικό είναι κι όχι εικονοπλαστικό.

Έχει ρυτίδες και ρόζους, κι όχι ωραιοτεχνίες και σχεδιαστικά μορφώματα −έχει και τέτοια, μα με ξεχωριστό κοίταγμα και με βλέμμα ασκημένο θεωρημένα. Έχει «πρασινάδα λυγισμένη με άνεμο και λόγο» (από το «Διόνυσο», Οδυσσέας Ελύτης), κι όχι «θάλασσες από αδιάφορο μονότονο πράσινο και απρόσωπες πολιτείες, ξένες, μακρινές…» (από τη «Μετοικεσία», Γιώργος Αργυρός). Η νοιώση του είναι το κέρδισμα από αυτό, είναι η αποκόμιση της αξίας του γιομάτου από ιδέα βλέμματος. Είναι η απόλαψη του βιωμένου τόπου, που τον κάμει πάγκοσμο και φτιάχνει τον θεωρό οικείο του, σε σημείο που τον δένει μητρικά με αυτόν.

(…)

Οι ξένοι λαοί με τα έργα τα ελληνικά,

 οι Έλληνες −ακόμα− οι αποστασιοποιημένοι από τον τόπο τους, δύσκολα κατανοούν την ιδιαιτερότητα του ελληνικού τοπίου και δεν το αντιλαμβάνονται. Τους λείπει η αίσθηση του τόπου, καθώς, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί, «το βουνό δεν είναι τοπίο, η αίσθηση των αναλογιών σε αυτό το κάνει τοπίο».

Δε βλέπουν τον νησιώτη πλαστουργό στις βαθμίδες των νησιών του Αιγαίου! Δε βλέπουν τον βουκόλο ακρίτα στα ψηλά της Πίνδου! Δε βλέπουν τον φρόνημο φυτευτή στα δασά των λόγγων του Χελμού! Δε βλέπουν τον ανυπότακτο δουλευτή στον ξερό αγριότοπο της Μάνης! Δε βλέπουν τον μάστορα γεωμέτρη στο σεμνό ηπειρώτικο οικισμό! Δε βλέπουν τον επνευσμένο τεχνίτη στα λογής λαϊκά συνθέματα της ύλης! Δε βλέπουν τον ώριο ποιητή στην εύγραμμο καλλιτεχνία της ελληνικής δημιουργίας! Δε βλέπουν τον τραγουδιστή της ζωής στην ευφωνία του παντός στα γύρα. Δε βλέπουν γενικώς τον δημιουργό και τα έργα του στον τόπο, ακριβώς διότι δε νοιώθουν την πράξη σε αυτόν και δεν ερμηνεύουν το γίγνεσθαι.

Βρίσκονται μακριά απ’ ότι ο τόπος αντιπροσωπεύει 

κι από το αποτέλεσμα της δημιουργίας, και τον βλέπουν σκηνικά, τον κρίνουν υπολογιστικά. Το κριτήριό τους εξαντλείται στην εντύπωση και στη σύγκριση με τους άφθονους τόπους που έχουν ιδανικοποιήσει, είτε γιατί είναι της πατρίδας τους είτε γιατί τους επιθυμούν! Αναφέρουμε για τους τόπους αυτούς τον συμβολικό χαρακτηρισμό του Κωστή Παλαμά, που τους ονομάζει «τόπους των Υπερβόρειων».

Μένει μετά τούτων, για τον «ολίγο» τόπο, τον ελληνικό, η επιχειρηματική λογική −η τουριστική, η οικοπεδική, η εκμεταλλευτική των φυσικών πόρων−, που συνιστά εντέλει, με την τέτοια μονοδιάστατη θεώρηση, κατάφορη προσβολή της θεμελιακής του οντότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που το ελληνικό τοπίο διχάζει! Που μπερδεύει! που δημιουργεί σύγχυση! Που ενοχλεί, σαν το δεις μακριά από την παραδείσια τουριστική του πραγματικότητα! Γιατί είναι δύσκολο να το ζεις και να το δέχεσαι ασκητικά και μη εκμεταλλευτικά, όταν δεν το νοιώθεις και μακριά από το «ωραίον» του είσαι (ωραίον: η αισθητή παράσταση της απόλυτης ιδέας, κατά τον Διονύσιο Σολωμό).

(…)

Μελετώντας δε το οικιστικό περιβάλλον του χώρου της υπαίθρου, 

 διαπιστώνουμε ότι στη γενικότερη θεώρησή του είχε προσαρμογές στη φύση του τόπου κι ακολουθούσε το πνεύμα του. Φτιάχτηκε μεν σύμφωνα με την ανάγκη του ανθρώπου, τις κοινωνικές κι οικονομικές του συνθήκες. Αλλά υπολόγισε τις δυνατότητες του τόπου κι είχε προσαρμογές στο φυσικό περιβάλλον, τέτοιες, που «έδεσε» με αυτό κι αποτέλεσε βασικό δομικό στοιχείο του όλου φυσικού χώρου.

Βλέπουμε έτσι, μελετώντας το, ότι στη Σαντορίνη κατασκεύαζαν χυτούς θόλους στα σπίτια, γιατί εκεί έλειπε το ξύλο, αλλά ήταν σε αφθονία η θηραϊκή γη. Στα νησιά του Αιγαίου έφτιαχναν δώματα στα σπίτια, διότι έπρεπε επί αυτών να συντηρούνται στέρνες! Για να συγκεντρώνεται το νερό της βροχής, αφού στα εν λόγω νησιά υπήρχε μεγάλη έλλειψη νερού. Στα νησιά αυτά ο ασβέστης ήταν άφθονος, γι’ αυτό κι υπήρχε το άσπρο των σπιτιών! Κάτι που δε συνέβαινε σε άλλα νησιά, όπως π.χ. στη Λήμνο, όπου εκεί υπήρχε έλλειψή του.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα αντίθετα, η ανάγκη απομάκρυνσης του νερού της βροχής ή του χιονιού από τα σπίτια, οδήγησε στη δημιουργία της ξύλινης στέγης, με κεραμίδια ή σχιστόπλακες. Στα νησιά του Αιγαίου επίσης, όπου ο κίνδυνος των πειρατών ήταν συνεχής, τα σπίτια χτιζόταν κολλητά το ένα με το άλλο! Έτσι ώστε, λόγω και των κλίσεων του εδάφους, η αυλή του ενός, ν’ αποτελεί δώμα του άλλου! Για νάναι ευκολότερη η διαφυγή, όταν δημιουργούνταν κίνδυνος πειρατικών επιδρομών. Ενώ στη Μάνη, οι διαμάχες των φατριών, επέβαλλαν την κατασκευή σπιτιών ‐ πύργων, που θ’ άντεχαν στις επιθέσεις των αντιπάλων.

(…)

Διαχείρηση του αγροτικού χώρου

Επικράτησαν λοιπόν, προϊόντος του χρόνου, σ’ ότι αφορούσε στη διαχείριση του αγροτικού χώρου, λογικές εναρμόνισης και προσαρμογής των ανθρώπινων έργων με το φυσικό τους περίγυρο! Έτσι ώστε η ανθρώπινη ενέργεια να καθίσταται κατά το δυνατό λιγότερο αρνητική για το φυσικό περιβάλλον. Λογικές που, σε κείνα τα πρώτα χρόνια, δεν τις δημιούργησε η επιστήμη, μα ο κοινός νους. Η λαϊκή σοφία ήταν που καθόρισε τελικά τις όποιες συμπεριφορές.

Η εμπειρική γνώση της υδραυλικής, καθώς και της αγρονομίας, αλλά και των δυνατοτήτων που προσέφεραν τα μικρο‐οικοσυστήματα, προέρχονταν από τους απλούς γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, από τους ανθρώπους της υπαίθρου, οι οποίοι προσάρμοζαν τις ενέργειές τους με τις λογικές που απέρρεαν από τους κανόνες λειτουργίας της ίδιας της φύσης. Η παραδοσιακή (όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) γεωργία περιελάμβανε επεμβάσεις μικρής ως επί το πλείστον κλίμακας, μ’ εφαρμογή ήπιων πρακτικών εκμετάλλευσης. Τούτο οδήγησε στην παραγωγή τοπίων, ιδιαίτερων και μοναδικών, στα οποία φύση και άνθρωπος συμπορεύτηκαν, υπό αγαστή συνεργασία.

Η άλλη ματιά

Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ

 στα τέλη του 18ου αιώνα, μ’ αυτό τον τρόπο είδε τη Μάνη –τον ομολογουμένως διερευνητικό και συνάμα σεβαστικό για τον τόπο: «Προσέξαμε ότι η γη ήταν καλλιεργημένη ως και μέσα στις σχισμές των βράχων, όπου είχαν φυτέψει λιόδενδρα και μουριές. Επιφάνειες με διάμετρο μερικών μόλις ποδών είχαν σκαφτεί κι ήταν σπαρμένες με σιτάρι ή καλαμπόκι! Ενώ στο βάθος οι λοφοπλαγιές έμοιαζαν να είναι σκεπασμένες με μελίσσια! Που το μέλι τους είναι τόσο εύγευστο όσο και του Υμηττού»!  (Πουκεβίλ Φραγκίσκος ‐ Κάρολος ‐ Ούγγος ‐ Λαυρέντιος, «Ταξίδι στην Ελλάδα: Πελοπόννησος», μετάφραση: Νίκη Μολφέτα, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1997, σελ. 390).

ο ταξιδιωτικός συγγραφέας Κυριάκος Μητσοτάκης στα «Ταξιδιωτικά κείμενα»

Μπορεί ο ταξιδιωτικός συγγραφέας Κυριάκος Μητσοτάκης στα «Ταξιδιωτικά κείμενα», που εκδόθηκαν το έτος 1970, να περιγράφει τη φτωχή γη της Μάνης ως αθλία! 

(«…αποτελείται από κίτρινες ράπες και γαϊδουράγκαθα και απειράθους, όπου στα χαλικόστρωτα τ’ άνυδρα, τίποτα δε γίνεται, πάρεξ λίγα κουκιά, λίγα λαθούρια κι ελάχιστο κριθάρι…», λέγει)!

Όμως τη σέβεται και στη συνείδησή του δεν απαξιώνεται! Για το θάμα (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει), για την αρμονία που επιτεύχθηκε! Με τη σύμπραξη ανθρώπου και φύσης, σ’ ότι αφορά τη διαχείρισή της, σ’ έναν τόπο που δεν ευνοούσε τη ζωή! (Μητσοτάκης Κ., «Ταξιδιωτικά», Ελληνικός Εκδοτικός Οργανισμός, Αθήνα 1970, σελ. 124).

Ο Στρατής Μυριβήλης ερμηνεύει το δύσκολο, τραχύ τοπίο της Μάνης,

Ο συγγραφέας Στρατής Μυριβήλης ερμηνεύει το δύσκολο, τραχύ τοπίο της Μάνης, ταυτίζοντάς το με τους ανθρώπους της, που το βιώνουν –ένα γένεται ο άνθρωπος με τον τόπο, ζυμώνεται με αυτόν κι αποκτά τα χαρακτηριστικά του! Αναφέρει: «Η Μάνη είναι σκληρή και γυμνή. Οι βράχοι της είναι όλο αγκωνές. Δεν υπάρχει εκεί στάλα περίσσιο πάχος. Η γη είναι βασανισμένη. Το πρόσωπό της σε κοιτάζει σοβαρά και φλογερά, σαν το πρόσωπο των ανθρώπων της. Γι’ αυτό και το χαμόγελό της, σα λάχει και χαμογελάσει, είναι τόσο γλυκό, όπως θάναι το πρόσωπο των αγίων, όταν θα θελήσουν να φωτίσουν με χαμόγελο την ασκητική τους θλίψη» (Μυριβήλης Στρ., «Απ’ την Ελλάδα. Ταξιδιωτικά I», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1954, σελ. 97).

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *